εσωτερικός


εσωτερικός
[эсотэрикос] εκ. внутренний,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εσωτερικός" в других словарях:

  • εσωτερικός — ή, ό (ΑΜ ἐσωτερικός, ή, όν) [εσώτερος] αυτός που ανήκει στο εσωτερικό ενός πράγματος, αυτός που βρίσκεται ή παραμένει ή συμβαίνει μέσα σε κάτι (α. «ἐσωτερικὸν ἔνδυμα» β. «εσωτερική διακόσμηση τού σπιτιού») νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το εσωτερικό… …   Dictionary of Greek

  • εσωτερικός — ή, ό 1. αυτός που είναι μέσα, όχι έξω, αυτός που προορίζεται για εσωτερική χρήση: Εσωτερικός κανονισμός σχολείου. 2. το ουδ. ως ουσ., εσωτερικό η περιοχή χώρας που ορίζεται από τα σύνορα, αλλ. ημεδαπή (αντίθ. εξωτερικό): Καπνά για το εσωτερικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐσωτερικά — ἐσωτερικός inner neut nom/voc/acc pl ἐσωτερικά̱ , ἐσωτερικός inner fem nom/voc/acc dual ἐσωτερικά̱ , ἐσωτερικός inner fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτερικῶν — ἐσωτερικός inner fem gen pl ἐσωτερικός inner masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτερικόν — ἐσωτερικός inner masc acc sg ἐσωτερικός inner neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευκαλυπτόλη — Εσωτερικός αιθέρας της τερπίνης. Ονομάζεται και κινεόλη. Λαμβάνεται κυρίως από το ευκαλυπτέλαιο. Είναι υγρό με οσμή ευκαλύπτου. Έχει σημείο βρασμού 176°C, ειδικό βάρος 0,930 και είναι οπτικά ανενεργή στο πολωμένο φως. Μπορεί επίσης να σχηματιστεί …   Dictionary of Greek

  • αιθυλενοξείδιο — Εσωτερικός αιθέρας της αιθυλενογλυκόλης, που παρασκευάζεται με την προσθήκη σταγόνων οξικού β χλωριαιθυλίου Cl CH3 CH2 Ο CO CH3 σε μείγμα καυστικού καλίου με μορφή σκόνης και άμμου. Λέγεται και οξιδοαιθάνιο. Πρόκειται για αέριο που μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • ἐσωτερικοί — ἐσωτερικός inner masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτερικούς — ἐσωτερικός inner masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτερικῆς — ἐσωτερικός inner fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)